Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Το ματωμένο Πάσχα του Γαλαξιδιού στα 1703

Θαλασσογραφία του Κωνσταντίνου Βολανάκη
Όλες οι μέρες του ελληνικού έθνους στους αιώνες της δουλείας του σταθήκανε μέρες δυστυχίας κι αίματος. Ακόμα κι οι μέρες του Πάσχα. Αυτές κυρίως τις άγιες μέρες διάλεξε ο Αντίχριστος για να χτυπήσει τους Χριστιανούς, είτε για να τους πετύχει αφύλαχτους, είτε για να τους κάνει να νιώσουνε την... αιμοβοριά του περισσότερο.

Ο εχθρός, ο Αντίχριστος, δεν είναι μονάχα μουσουλμάνοι: Τούρκοι, Μπαρμπερίνοι κι Αλτζερίνοι! Ίσως περισσότερον αντίχριστοι για τους Έλληνες στάθηκαν οι Φράγκοι. «Οι Φράγκοι δεν πιστεύουνε αληθινό Χριστό και είναι Αντίχριστοι» λέγει το «Χρονικό του Γαλαξιδιού» (17ος αιωνας).

Απ’ αυτό το «Χρονικό» ξεσηκώνουμε το ματωμένο Πάσχα του Γαλαξιδιού στα 1703. Κι όχι μόνο για την τραγικότητά του, αλλά περισσότερο για τη λογοτεχνική αξία του κειμένου. Η γλώσσα του είναι από τις καλύτερες του δημοτικού λόγου, το ύφος απλό και φυσικό κι όλα τα συμβάντα που ιστορεί τα κινεί και τα ζωντανεύει η ζεστή καρδιά και φαντασία του χρονογράφου.

Το λοιπόν, «εκείνους τους χρόνους πολλοί κουρσάροι κατατρεμένοι από τα μέρη Μπαρμπαριάς και Αλτζέρι, εμαζωχτήκασι στον Έπαχτο. Ένας από τούτους τους κουρσάρους, έχοντας μάννα Χριστιανή και πατέρα Τούρκο (τον ελέγασι Ντουραντζίμπεη) είχε την αυθεντία του κόρφου και αυθέντευε απάνου σε ούλα τα καράβια του κόρφου με φερμάνι βασιλικό.

Μιαν ημέρα δυο γαλαξιδιώτικες γαλιότες, θεληματικώς ή ανήξερα, δεν τον αποχαιρετίσασι στο πέλαγος με σινιάλο και κανονιές. Και αυτός, πολύ θυμωμένος, στέλνει αποκρισάρη στο Γαλαξίδι για να πάρει αυτές τις γαλιότες και να τες παραδώσει στα χέρια του πειράτου.

Οι Γαλαξιδιώτες δεν το επαραδεχτήκασι.
(Ο Ντουραντζίμπεης τότε παίρνοντας δέκα γαλιότες «που είχασι όλο κανόνια μπρούτζινα και φοβερά», ήρθε απόξω απ’ το λιμάνι κ’ έγινε μάχη κι ο κουρσάρος νικήθηκε κ’ έφυγε ντροπιασμένος).
«Εκείνες τις ημέρες είτανε μεγάλη εβδομάδα που κάθε Χριστιανός, αφήνοντας τις δουλειές του και κάθε μεταχείριση, πηγαίνει με ευλάβεια στες εκκλησιές να προσκυνήσει…

Ετότες γουν πιάνει κι αρματώνει ο Ντουραντζίμπεης οχτώ γαλιότες και εμπαρκάρει ασκέρι αρματωμένο, όλο από άπιστους μουσουλμάνους. Ετότες, έστοντας να εξημερώνει Κυριακή ημέρα, που όλοι με χαρές και αγαλλίαση γιορτάζουσι την Ανάσταση… από πρωί, σύνταχα, δυο ώρες πριν να εξημερώσει οι Γαλαξιδιώτες επήγασι στες εκκλησιές για να δοξάσουσι την Ανάσταση και κανένας δεν απόμεινε στα σπίτια και στα πλεούμενα, γιατί όλοι, μικροί μεγάλοι, άντρες, γέροι και γυναικόπαιδα επήγασι στες εκκλησιές…

Ετότες γουν ο πανάπιστος και μιαρότατος πειράτος ξεμπαρκάρει το ασκέρι του και με το σπαθί στο χέρι εμπαίνει στην πολιτεία και καίοντας τα σπίτια, μπλοκάρει τες εκκλησιές και επέρασε από σπαθίου άντρες, γέρους και γυναικόπαιδα, που ασκούζασι κι εβελάζασι.

Αμή εκείνος ο Αντίχριστος κανένα έλεος και συμπάθιο ευσπλαχνίας δεν είχε. Και μέσα στες εκκλησιές εμπήκε, καταματωμένος και ξεσπαθώνοντας, και εμπροστά στην Αγία Τράπεζα, ο παμμιαρότατος Σατανάς έδφαξε δυο παπάδες, τον Παπαχρίστο και τον Παπαθανάση. Και ετότες εγένηκε σεισμός μεγάλος και έπεσε η εκκλησία και εσκότωσε πέντε κουρσάρους».

Αυτό το ματωμένο Πάσχα του Γαλαξιδιού στα 1703 ας σταθεί πλάι στο Πάσχα του Μεσολογγιού στα 1826 και στο Πάσχα της Πόλης στα 1821.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη με τίτλο «Ματωμένο Πάσχα», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή» (πηγή: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ), στις 17 του Απρίλη 1955. 
Γαλιότα

Γαλιότα. Μια άλλη εξέλιξη της γαλέρας, μια μικρογραφία της, ήταν ή γαλιότα πού χρησιμοποιήθηκε πολύ πριν οπό τα μέσα του 18ου αιώνα, τόσο απ’ το τούρκικο ναυτικό, όσο κι από τους Έλληνες. Οι γαλιότες είχαν συνήθως 16-18 ζευγάρια κουπιά μ’ ένα κωπηλάτη στο καθένα και δυο άλμπουρα με πανιά λατίνια. Οι πειρατές της Μπαρμπαριάς χρησιμοποίησαν επίσης το μικρό, ελαφρό και ταχύπλοο αυτό σκάφος. Στην Επανάσταση οι Έλληνες μετέτρεψαν τις γαλιότες τους από εμπορικές και πειρατικές σε πολεμικές. ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ. Μικρή γαλέρα: Από το Ιτ. Galeotta υποκοριστικό του Galea συνώνυμο του galera (γαλέρα).

Γαλιότα. Με την ονομασία αυτή ήταν γνωστά στον Μεσαίωνα δύο είδη πλοίων: το ένα έμοιαζε με γαλέρα, αλλά ήταν μικρότερο από αυτήν, είχε λιγότερα κουπιά και δύο πυροβόλα στην πλώρη. Τον τύπο αυτό χρησιμοποιούσαν κυρίως οι πειρατές του Αλγερίου, της Τύνιδας και της Τρίπολης. Το άλλο ήταν ιστιοφόρο, οπλισμένο κι αυτό με δύο πυροβόλα στην πλώρη. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως στη Μάγχη και στα ολλανδικά παράλια, άλλοτε ως εμπορικό και άλλοτε ως πολεμικό.
Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit Fav This With Technorati Add To Del.icio.us Digg This Stumble This

Δεν υπάρχουν σχόλια: