Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Η Πυρπόλησις του Κοσμά από τους Γερμανούς (29-30 Ιανουαρίου 1944)

Βαρύς ήταν εκείνος ο τρίτος κατοχικός χειμώνας του 1943-1944 στον Κοσμά. Από νωρίς είχαν αρχίσει οι παγωνιές και τα χιόνια, που έκαναν ακόμη πιο δύσκολη την κατοχική ζωή των Κοσμιτών, την γεμάτη κατατρεγμούς, φόβο και πείνα. Η φτωχή γη μας, όσο κι αν καλλιεργήθηκε εντατικά, στάθηκε αδύνατο να χορτάσει τόσα πεινασμένα στόματα. Η πείνα σχεδόν ενδημούσε και δεν μπόρεσε να κορεσθεί ούτε με το καστανόψωμο, ούτε με το... ψωμί από τα πουρναροβελάνια που έφαγαν αρκετοί.
Βέβαια, ο χειμώνας του 1943-44 ήταν κάπως πιο υποφερτός από τους δύο  προηγούμενους φοβερούς κατοχικούς χειμώνες, ύστερα από την ένταση των προσπαθειών και του τελευταίου στον αμείλικτο αγώνα επιβιώσεως και της σχετικής προσαρμογής όλων στις καινούργιες τραγικές κατοχικές συνθήκες, όμως, εκείνο που τον έκανε περισσότερο υποφερτό, ήταν ότι μετά τη Γερμανική πλημμυρίδα που κάλυψε την Ευρώπη, στον ορίζοντα άρχισε να διαφαίνεται καθαρά ότι η ανατολή πλησιάζει, η στιγμή της πολυπόθητης Λευτεριάς δεν θα αργούσε. Η πλάστιγγα είχε γείρει. Το τέρας του Γερμανικού Ναζισμού γονάτιζε κάτω από τα ανελέητα πλήγματα των Συμμάχων, κι όλα αυτά κοντά στο φτεροκόπημα που έδινε στις ψυχές και το κουράγιο στα πεινασμένα στόματα, έφερνε μαζί του κι ένα σωρό αυταπάτες για τη χρυσή εποχή, που δήθεν σε λίγο θ΄άρχιζε. Και τούτο είχε γίνει συνείδησις σ' όλους, ακόμη και στην προηγούμενη γενιά που σήκωσε το βάρος του περασμένου πολέμου 1912-22, χωρίς να διδαχθεί. Ένας πόλεμος καταστροφές, αίματα και προβλήματα μπορεί μόνο να φέρει. Πάντως τη στιγμή εκείνη η αυταπάτη αυτή ήταν ευεργετική, γιατί έδινε θάρρος, δύναμη και κουράγιο.

Ο Κοσμάς έσφυζε τότε από ζωή, πρώτα-πρώτα γιατί κανένας από τους προπολεμικούς μονίμους κατοίκους του δεν τον είχε εγκαταλείψει, κι έπειτα αρκετοί από τα κάτω χωριά προτιμούσαν την ασφαλή διαμονή στον Κοσμά από τον κίνδυνο των ξαφνικών Γερμανικών επιδρομών στα χωριά τους.

Οι Γερμανοί, αντί να συνετιστούν από την εις βάρος τους τροπή του πολέμου, είχαν αντιθέτως εξαγριωθεί. Καθημερινό είχε γίνει το φαινόμενο των λεηλασιών, των πυρπολήσεων, των τουφεκισμών. Ήδη ο χειμώνας εκείνος είχε αρχίσει με την Εκατόμβη των Καλαβρύτων, που η φοβερή φήμη της είχε συγκλονίσει τους πάντες και πλημμύριζε τις βουρκωμένες ψυχές με αγανάκτηση, πόνο και μίσος.

Οι γιορτάδες πέρασαν ήσυχα, κι ο χειμώνας προχωρούσε χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο.

Ξαφνικά, στις αρχές του τελευταίου δεκαήμερου του Γενάρη, μια είδηση σαν αστραπή, κυκλοφόρησε. Οι Γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις της Λακωνίας, ενισχυμένες, άρχισαν στον ανταρτοκρατούμενο Πάρνωνα εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.

Είχαμε ακόμη μια «επιδρομή» των Γερμανών, όπως έλεγε τότε ο κόσμος αυτού του είδους τις επιχειρήσεις.

Είχαμε, λοιπόν, μια «επιδρομή» με απρόβλεπτες συνέπειες. Το φάσμα των Καλαβρύτων πλανιόταν στον ορίζοντα. Ο πυρετός ανέβηκε. Όλοι, και προ παντός οι πιο νέοι, γυναίκες κι άνδρες, βάλανε στα ταγάρια κανά κομμάτι ξερόψωμο, αν υπήρχε, το τηλέφωνο αγρυπνούσε και όλοι ήταν έτοιμοι να τρέξουν στις σπηλιές, στις ρεματιές, στα φαράγγια, όταν θαρχόταν η είδησις ότι οι Γερμανοί πλησίαζαν. Και σαν να μην έφταναν αυτά, ένα χιόνι 40-50 πόντους κάλυψε τα πάντα και το κρύο περόνιαζε.

Κατά τις 25 του Γενάρη, μια σημαντική δύναμις Γερμανών, προερχομένη από τη Λακωνία, πλημμύρισε το χιονισμένο κι έρημο από κατοίκους Κοσμά. Ελάχιστοι γέροι είχαν απομείνει που τα πόδια τους δεν βάσταγαν. Οι άλλοι, μέσα στο χιόνι και το τσουχτερό κρύο σκόρπισαν στις σπηλιές και τις ρεματιές.

Οι Γερμανοί παρέμειναν 2-3 μέρες στο Κοσμά, λεηλάτησαν ότι βρήκαν, χωρίς να πειράξουν κανένα από αυτούς που είχαν απομείνει, πυρπόλησαν το κτίριο του Δημοτικού Σχολείου κι έφυγαν άλλοι με κατεύθυνση τα Πελετά και άλλοι το Λεωνίδιο.

Η χαρούμενη είδησις αστραπιαίως μεταδόθηκε στους σκορπισμένους Κοσμίτες, κι άρχισαν αμέσως να μαζεύονται στο χωριό με την ανακούφιση που δίδει ο απερχόμενος κίνδυνος. «Τη γλυτώσαμε και τούτη τη φορά...».

Η ζωή άρχισε να παίρνει στο χωριό τη συνηθισμένη όψη της κι οι κάτοικοι να πασχίζουν στο δύσκολο αγώνα της κατοχικής καθημερινότητας, πιστεύοντας ακράδαντα ότι οι Γερμανοί είχαν οριστικά απομακρυνθεί. Ένα μικρό τμήμα ανταρτών έκανε την εμφάνισή του. Η πεποίθησις ότι ο κίνδυνος είχε παρέλθει ήταν τόσο απόλυτη που ούτε, όπως άλλοτε, τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας δεν είχαν ληφθεί (φυλάκια κλπ.).

Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν, το Σάββατο το μεσημέρι της 29ης 'Ιανουαρίου, ένας εκκωφαντικός κρότος από έκρηξη βλήματος όλμου συνεκλόνισε το χωριό, κι έπειτα κι άλλος κι άλλος στη δυτική πλευρά του.

Οι Γερμανοί, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, είχαν ξανάρθει!... Τρόμος και αγωνία... «Οι Γερμανοί μας κύκλωσαν», κυκλοφόρησε σαν αστραπή...

Από τις συνεχιζόμενες εκρήξεις των όλμων, σ' όλους σχηματίσθηκε η εσφαλμένη εντύπωσις ότι οι Γερμανοί έρχονταν από τη Λακωνία, κι αλλόφρονες, μέσα στις στίβες το χιόνι, ξεχύθηκαν προς τις καστανιές, για να τους υποδεχτούν, όταν φτάσανε στη Κάτω Γειτονιά, οι κροταλισμοί των μυδραλιοβόλων κι οι συριγμοί των σφαιρών από τη «Γαϊδουρόραχη».

Τότε κάπως αποσαφηνίστηκε η κατάστασις. Οι Γερμανοί ήρχοντο από τα Πελετά και κτυπούσαν με τους όλμους από του «Λούβρου», ενώ η εμπροσθοφυλακή, απαρατήρητη, είχε φθάσει στη «Γαϊδουρόραχη». Και τότε μέσα στις εκρήξεις των όλμων, τους συριγμούς των σφαιρών, αλλόφρονες ξεχύθηκαν όλοι, προς την κατεύθυνση του Σχολείου.

Σε λίγο το χωριό είχε αδειάσει απ' όλους που μπορούσαν να τρέξουν. Έμειναν όμως αρκετοί ηλικιωμένοι, που μπροστά στους κροταλισμούς των πολυβόλων, τις εκρήξεις των όλμων, το παχύ στρώμα του χιονιού και το τσουχτερό κρύο, προτίμησαν τη ζεστή γωνιά τους, αδιαφορώντας για την τύχη που τους περίμενε...

Θαύμα πάντως αποτελεί ότι, σ' αυτό το ξέφρενο ξέσπασμα του πανικού και της φυγής, κανείς δεν κτυπήθηκε, ούτε από τα μυδράλια, ούτε από τους όλμους. Κανείς όμως ακόμη δεν ήξερε, ούτε αυτοί που είχαν ξεφύγει μέσα στα χιόνια, ούτε αυτοί που έμειναν, τι είχε γίνει! Υπάρχουν σκοτωμένοι... Ποιοι;... Μήπως κανένας δικός τους;...

Οι Γερμανοί, αφού φαίνεται βεβαιώθηκαν για την εκκένωση του χωριού και για το ότι δεν υπήρχε πιθανότης να συναντήσουν αντίσταση, παίρνοντας όλα τα μέτρα ασφαλείας, πλησίασαν το χωριό και κατά τις 4-5 το απόγευμα άρχισαν να μπαίνουν από τη Κάτω Γειτονιά.

Οι Κοσμίτες, κι αυτοί που είχαν σκορπιστεί στις χιονισμένες σπηλιές και ρεματιές, όσοι μπορούσαν, κι αυτοί που είχαν παραμείνει στο χωριό, παρακολουθούσαν με δέος, με σφιγμένη την καρδιά, κάθε κίνησή τους.

Τι θα γινόταν άραγε!...Τι σκοπό είχαν!...Τι τους περίμενε!... Και σ'  αυτή την εναγώνια αναμονή όλων, λαμπάδιασαν, το Σαββατιάτικο εκείνο μούρτζωμα της 29ης Ιανουαρίου, τα πρώτα σπίτια της Κάτω Γειτονίας, που ο αριθμός τους, αμέσως, έδειξε τις διαθέσεις των Γερμανών,

"Ο Κοσμάς καιγόταν!...Ο Κοσμάς γινόταν παρανάλωμα του πυρός!...


Όλοι δυσκολεύτηκαν, προς στιγμήν, να πιστέψουν στα μάτια τους, να συνειδητοποιήσουν το φοβερό δράμα που μπροστά τους εκτυλισσόταν. Ήταν κάτι που δεν ανεμένετο. Όμως ο αριθμός των πυρπολήσεων διέλυσε κάθε αμφιβολία. Οι Γερμανοί, φάνηκε αμέσως ότι, ήταν αποφασισμένοι, με τη σκληρότητα, τη μεθοδικότητα και την επιμονή που τους χαρακτήριζαν να ολοκληρώσουν το μακάβριο έργο τους. Κι ούτε η νύχτα δεν τους σταμάτησε, που σε λίγο σκέπασε τα πάντα. Σαν δαίμονες που τους ξέρασε η κόλασις με τα ειδικά πιστόλια στα χέρια και τις εμπρηστικές ύλες, φρόντιζαν με επιμέλεια να μην τους ξεφύγει κανένα σπίτι.

Και τότε ο δύσμοιρος Κοσμάς έζησε την τραγικότερη νύχτα της Ιστορίας του! Πραγματική νύχτα Δαντικής Κολάσεως, που με πύρινα γράμματα μένει γραμμένη στη ψυχή του κάθε Κοσμίτη που είχε την τύχη να τη ζήσει.

Οι φλόγες που ανέβαιναν στο συννεφιασμένο ουρανό και φώτιζαν τις γύρω βουνοκορφές, οι αποπνικτικοί καπνοί που έφταναν μέχρι το Γεράκι, οι γδούποι από τις στέγες που σωριάζονταν, ή τσίκνα των ρούχων που εγίνοντο παρανάλωμα του πυρός, οι μυκηθμοί των καιομένων ζώων, οι θρήνοι των γυναικών, συνέθεταν μια εικόνα που δύσκολα περιγράφεται και αδυνατεί να τη συλλάβει η ανθρώπινη φαντασία. Η βία και η καταστροφική μανία στην αποθέωσή τους...

Γέροντες σύρθηκαν μέσα στο χιόνι, για να καεί το σπίτι, παράλυτοι (Παν.Δ. Λιβανός) βγήκαν με το κρεββάτι στο χιονισμένο δρόμο, για να παρακολουθήσουν από κει την πυρπόληση του σπιτιού τους, πράγματα, που βιαστικά βγήκαν στις αυλές από καμιά δύστυχη γυναικούλα, ξαναρίχτηκαν με μανία στις φλόγες.

Από πολύ λίγους Γερμανούς εκδηλώθηκαν αισθήματα συμπαθείας και ανθρωπισμού. Η καταστροφή έπρεπε αμείλικτα να ολοκληρωθεί. Και πράγματι, μέχρι την άλλη μέρα, 30 Ιανουαρίου, πριν το μεσημέρι, το μακάβριο έργο είχε συντελεσθεί. Ο Κοσμάς, το καμάρι της Κυνουρίας είχε ολοκληρωτικά καταστραφεί. Από τα 500 σπίτια του, τα 480 είχαν μεταβληθεί σε σωρούς καπνιζόντων ερειπίων. Κόποι πολλών κοσμίτικων γενεών, στα πέρατα της οικουμένης, μέσα σε μια εφιαλτική νύχτα είχαν γίνει στάχτη. Οι Γερμανοί (δύναμις περίπου λόχου), αφού διανυκτέρευσαν στη βορεινή γειτονιά, για να μην τους ενοχλούν οι καπνοί των καιομένων σπιτιών με το βοριά πού φυσούσε και την οποία έκαψαν φεύγοντας, (γι αυτό και σε αυτή τη γειτονιά γλύτωσαν τα περισσότερα σπίτια), το μεσημέρι της Κυριακής, 30ης Ιανουαρίου, ανεχώρησαν προς Λεωνίδιο, χωρίς να σκοτώσουν κανένα, ούτε και τους 2-3 ακόμη που είχαν συλλάβει. Η καταστροφική μανία τους είχε φαίνεται κορεστεί από την ολοκληρωτική πυρπόληση και καταστροφή του Κοσμά.

Γρήγορα, απ' όσους κρύβονταν στις σπηλιές και τα φαράγγια, μαθεύτηκε η αναχώρησις των Γερμανών και διαλύθηκε η τρομερή υποψία μήπως, στην επιστροφή, μαζί με τα καπνίζοντα ερείπια, αντίκριζαν και τα πτώματα όσων είχαν μείνει στο χωριό.

Αλλά έπρεπε να επιστρέψουν. Που όμως;...Μέσα στο χιόνι, στο κρύο, χωρίς ρούχα, χωρίς τρόφιμα!...

Το πρώτο σάστισμα, η φρίκη των πρώτων στιγμών, μεταβλήθηκε σιγά σιγά σ' ένα βαθύ κι απέραντο αίσθημα βουβής οδύνης. Τα πρόσωπα πελιδνά, τα μάτια απλανή, τα πόδια μετέωρα αδυνατούσαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Δίσταζε ο καθένας ν' αντικρίσει το θέαμα που τον περίμενε. Τα γόνατα κόβονταν, οι καρδιές λύγιζαν. Όμως, αλλιώς δεν γινόταν.

Όποιος την έζησε, δεν θα μπόρεσει ποτέ να ξεχάσει εκείνη τη δραματική επιστροφή! Το μέγεθος της οδύνης εκείνων των στιγμών το δίνει ο απαγχονισμός από απελπισία του Β. Π. Δαραμπάρη, γέροντος 80 χρονών, που δεν άντεξε στο δεινό πλήγμα, στο φρικτό θέαμα.

Και τότε ξέσπασε ένας θρήνος σπαρακτικός. Θρηνούσε ο άνδρας την καταστροφή των κόπων του, ή γυναίκα την οικογενειακή εστία, πού πια δεν υπήρχε, το κορίτσι την χαμένη προίκα, τα μαραμένα μάγουλα του γέρου αυλάκωνε ένα βουβό και σιωπηλό δάκρυ για το χαμένο παραγκώνι, κλαψούριζε και το μωρό, ασυνείδητα, από το κρύο πού το περόνιαζε.

Οι Κοσμίτες θρηνούσαν το προσφιλέστερο νεκρό τους...τον ΚΟΣΜΑ!..

Όμως ή ζωή είναι αμείλικτη και η ικανότητα προσαρμογής του ανθρώπου απέραντη. Μέσα στα ερείπια και τα χιόνια, χωρίς ρούχα, χωρίς τρόφιμα, ή ζωή ξαναπήρε το δρόμο της. Οι Κοσμίτες και μέσα στις σκοτεινές καμάρες, πού έγιναν τώρα κατοικίες τους, δεν έχασαν το θάρρος τους. Αντιμετώπισαν με πείσμα και καρτερία όλα τα δεινά και σε καμία περίπτωση δεν έπαψαν να πιστεύουν ότι τα ερείπια και πάλι θ' αναστηλώνονταν, όταν θαρχόταν ή πολυπόθητη Λευτεριά .

Η Λευτεριά βέβαια δεν άργησε να ρθει, τα ερείπια όμως παρέμειναν. Αυτό αποτελεί το μεγάλο καημό τους...

Πέραν όμως από την αφηγηματική εξιστόρηση της φοβερής καταστροφής, τεράστιο ενδιαφέρον και σημασία ενέχει και η εξιχνίασις, κατά το δυνατόν, των αιτίων τα οποία την προκάλεσαν. 'Έτσι θα προσπαθήσουμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα, που από τη πρώτη στιγμή ετέθη από τους Κοσμίτες:
«Γιατί ξέσπασε πάνω στον Κοσμά με τόση σκληρότητα η καταστροφική μανία των Γερμανών, χωρίς να υπάρξει ένα άμεσο, εύλογο πρόσχημα, όπως συνήθιζαν στα τόσα και τόσα κατοχικά εγκλήματα τους;».
Γεγονός είναι πράγματι, ότι ή πυρπόλησις του Κοσμά εξετελέσθη εν ψυχρώ, χωρίς προφάσεις και προσχήματα, ενώ στις εκκαθαριστικές τους εκείνες επιχειρήσεις δεν κάηκε, σ' άλλο χωριό του Πάρνωνος, ούτε ένα σπίτι...
Βέβαια, για να δώσει κάνεις κατηγορηματική απάντηση, θα έπρεπε να είχε στη διάθεσή του τα αρχεία των Στρατιωτικών Μονάδων πού κινήθηκαν τότε στο Πάρνωνα, πράγμα αδύνατο.
Σε πολλούς, από τότε, επεκράτησε η άποψις ότι αφορμή της πυρπολήσεως υπήρξε ή είσοδος στον Κοσμά του μικρού τμήματος των ανταρτών, που έγινε δήθεν αντιληπτό από τους Γερμανούς, άποψις πού δεν ικανοποιεί απολύτως, γιατί εκτός της μικράς σημασίας του και περιστατικού, το μικρό αυτό τμήμα θα το αντελήφθησαν προφανώς, αν το αντελήφθησαν, όταν πλησίασαν πολύ τον Κοσμά, ενώ, όπως φαίνεται, ή κίνησίς τους από τα Πελετά είχε καθορισμένο από κει σκοπό την πυρπόληση του Κοσμά. Ενισχυτικό, στην άποψη αυτή, έρχεται το γεγονός, ότι ο Κοσμάς δεν πυρπολήθηκε κατά την προ ολίγων ημερών επίσκεψη των Γερμανών, όταν και περισσότεροι αντάρτες ευρίσκονταν στο Κοσμά και κατά την όποια επεχειρήθη μάλιστα, επί πλέον, και ένοπλος αντίστασις στις θέσεις «Γερδούκα» και «Μαζαράκι», οπότε υπήρχε θαυμάσια το πρόσχημα.
Αποκλεισμένης μάλλον της περιπτώσεως αυτής, φαίνεται σαν επικρατέστερη η άποψις ότι ο Κοσμάς πλήρωσε πρώτα-πρώτα για τη δεσπόζουσα της Λακωνίας θέση του πάνω στον ορεινό όγκο τού Πάρνωνα κι έπειτα για να ικανοποιηθεί η εκδικητική μανία των Ιταλών για την υπέροχη εκείνη πατριωτική έξαρση του προ εξαμήνου (27 'Ιουλίου 1943) στη «Μάχη τού Φεστούτσι», πού στοίχισε στους Ιταλούς τη διάλυση ενός επίλεκτου λόχου και το θάνατο του σκληροτράχηλου Φεστούτσι, εκδίκηση που τότε δεν μπόρεσαν να πάρουν λόγω των πολιτικών μεταβολών πού μεσολάβησαν στην Ιταλία (ανατροπή Μουσολίνι κλπ).
Την άποψη αυτή ενισχύει η μαρτυρία τού συλληφθέντος τότε από τούς Γερμανούς μακαρίτη Γιάννη Κ. Τζοβάνη ή Λούκη, ότι μέσα στο Γερμανικό τμήμα που πυρπόλησε τον Κοσμά ευρίσκονταν και 'Ιταλοί αξιωματικοί, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος για τη σκληρότητά του, από τις πρώτες επισκέψεις των Ιταλών στον Πάρνωνα, ταγματάρχης Τορντάν, που προφανώς είχαν προσχωρήσει στους Γερμανούς και είναι πιθανόν ή μάλλον βέβαιον, ότι θα επέδρασαν αποφασιστικά στην λήψη της τραγικής και μοιραίας για τον Κοσμά αποφάσεως.
Φαίνεται λοιπόν ότι ο Κοσμάς, με τη πυρπόλυσή του, πλήρωσε για την υπέροχη εκείνη αυθόρμητη και μοναδική στη Πελοπόννησο πατριωτική έξαρσή του.
Τo ολοκαύτωμά του υπήρξε μια τεράστια θυσία, για το ηρωικό εκείνο ξέσπασμά του μπροστά στη βία και το σκοτάδι, όταν ο φόβος κι η πείνα είχαν σκεπάσει τα πάντα κι είχαν κάνει όλους σχεδόν να λουφάξουν η να συμβιβασθούν. Υπήρξε μια τεράστια θυσία στο βωμό τής ανυπόταχτης Κοσμίτικης λεβεντιάς, ευρύτερα υπήρξε ακόμη μια θυσία στο βωμό τής Ελληνικής Ελευθερίας, που μόνο τα αίματα και οι φλόγες την στερεώνουν στην αιματοποτισμένη γη μας...
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΘΑΝ. ΑΠΑΛΟΔΗΜΑΣ
Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από τα "Χρονικά του Κοσμά".
Για το Ολοκαύτωμα του Κοσμά διαβάστε παλαιότερο άρθρο ΕΔΩ.
Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit Fav This With Technorati Add To Del.icio.us Digg This Stumble This

Δεν υπάρχουν σχόλια: