Επιγραφή υπέδειξε το ακριβές σημείο της
Βρίσκεται στο χωριό Μουμουσιά Αχαΐας στην Πελοπόννησο-Ήταν μία από τις δώδεκα πόλεις των Αχαιών
ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΠΑΡΠΑ
Το ακριβές σημείο όπου ήταν η αρχαία Κερύνεια, κατέδειξε μια επιγραφή που βρέθηκε κοντά στο χωριό Μουμουσιά Αχαΐας. Η πόλη, όπως αναφέρει ο Παυσανίας τον 2ο μ.Χ. αιώνα στα Αχαϊκά του, ήταν μία από τις δώδεκα πόλεις των Αχαιών και σύμφωνα με τον αρχαίο περιηγητή, οι κάτοικοί της εγκαταστάθηκαν εκεί, στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, αφού...
εκδίωξαν τους παλιούς κατοίκους, οι οποίοι ήταν Ίωνες.
Όπως αναφέρει η επίτιμη έφορος Αρχαιοτήτων της Ελλάδας Ιφιγένεια Δεκουλάκου σε σχετικό χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», η τοποθεσία της αρχαίας Κερύνειας αποτελούσε αίνιγμα για τους αρχαιολόγους, καθώς οι θεωρίες που είχαν διατυπωθεί με βάση τις αναφορές του Στράβωνα, του Παυσανία, του Πολύβιου κ.ά, ήταν αντικρουόμενες. Η επίτιμη έφορος Αρχαιοτήτων Ιφιγένεια Δεκουλάκου υποστηρίζει ότι η αρχαία πόλη ταυτίζεται με τα ερείπια που σώζονται βόρεια από το σημερινό χωριό Μαμουσιά.
Αυτό -όπως υποστηρίζει και αναφέρεται στο χθεσινό δημοσίευμα- επιβεβαιώνεται μετά την ανεύρεση μιας επιγραφής εκεί με το όνομα Καρυναίων. Η εικόνα πάντως των ορατών ευρημάτων της περιοχής προϊδεάζει για την ύπαρξη μιας πόλης ισχυρής, τειχισμένης, με θέατρο και νεκροταφείο.
Τα ερείπια της αρχαίας Κερύνειας τα βρίσκει κανείς ακολουθώντας τον παλιό δρόμο από το Αίγιο προς την Κόρινθο. Πριν από το Διακοφτό υπάρχει ένας δρόμος που οδηγεί νότια, προς το χωριό Μαμουσιά. Στο ύψωμα, ανάμεσα σε δύο βαθιές χαράδρες, απλώνεται η αρχαία πόλη. Κοντά στο εξωκλήσι του Αγ. Κωνσταντίνου (500 μ. πριν από τη Μαμουσιά), είναι ορατό κατά διαστήματα το τείχος (4ου-2ου αι. π.Χ.) που περιέβαλλε την πόλη σε μήκος 1.350 μ. με μια πύλη και κάποιους πύργους. Σε μερικά σημεία σώζεται σε ύψος 2 μέτρων. Εντός του τείχους διακρίνονται θεμέλια μεγάλων κτισμάτων. Το 1951 ο Άγγλος αρχαιολόγος J. Αnderson ανέσκαψε μια αγροτική οικία 3ου-2ου αι. π.Χ. Πλάι υπάρχει και άλλο κτίσμα, πιθανώς κρήνη, όπως και τα υπολείμματα ενός αρχαίου θεάτρου, από το οποίο σώζεται τμήμα του τοίχου της σκηνής και η δεξιά πάροδος. Το κοίλο του έχει διάμετρο 44 μ. Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, λίγο πιο πάνω, στο ύψωμα του προφήτη Ηλία και γύρω από το εξωκλήσι, υπάρχουν τα θεμέλια ενός μεγάλου περίπτερου δωρικού ναού (36,40 x15,40 μ.) του 5ου αι. π.Χ. και σε μικρή απόσταση ενός μικρότερου ναού (13,30 x8,70 μ.) του 4ου αι. π.Χ. Στη δυτική πλαγιά του υψώματος Κάτω Βουνί εκτείνεται το νεκροταφείο της αρχαίας Κερύνειας. Το 1970 βρέθηκε τυχαία ένας κιβωτιόσχημος τάφος των ελληνιστικών χρόνων πλούσια κτερισμένος με χρυσό περιδέραιο και χρυσά ενώτια που φέρουν ερωτιδείς.
Στην ίδια θέση ανασκάφηκε το 1974 μνημειώδες ταφικό κτίσμα (3ου αι. π.Χ.) σε σχήμα πι (Π), η πρόσοψη του οποίου κοσμείται με οκτώ ιωνικούς ημικίονες, ψευδόθυρα στο μέσο και από ένα θρανίο στα άκρα της πρόσοψης για τη συγκέντρωση και την παραμονή των συγγενών. Ψηλά στα διάκενα, ανάμεσα στους ημικίονες, υπήρχαν ανάγλυφες ασπίδες που βρέθηκαν πεσμένες στην πρόσοψη του μνημείου μαζί με κομμάτια από τον θριγκό, όταν αυτός κατέρρευσε.
Σύμφωνα με την αρχαιολόγο το ταφικό αυτό μνημείο κατασκευάστηκε την εποχή που αναδιοργανωνόταν η Αχαϊκή Συμπολιτεία και άρχιζε μια νέα περίοδος ακμής των πόλεων της Αχαΐας και ιδιαίτερα της Κερύνειας, η οποία έπαιξε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα. Το κτήριο πιθανότατα ήταν ηρώο κάποιας εξέχουσας προσωπικότητας της αρχαίας Κερύνειας, το οποίο ανήγειρε προς τιμήν της η πόλη.
ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ
«Κοιτάζοντας κανείς στον χάρτη της Κύπρου την περιοχή της Κερύνειας και της Λαπήθου (με το ακρωτήριο Κρόμμυον και τον κόλπο της Μόρφου στα δυτικά τους) εύκολα φέρνει στον νου την αντίστοιχη περιοχή τής Αχαΐας κι όποιος είχε την τύχη να θαυμάσει από κοντά την -κατεχόμενη σήμεραπεριοχή της Κερύνειας, δεν δυσκολεύεται να διαπιστώσει ότι η όλη φύση εμφανίζει εκπληκτική ομοιότητα με την αντίστοιχη περιοχή της Αχαΐας και δεν ήταν, φαίνεται, τυχαία η επιλογή της», αναφέρει ο καθηγητής κ. Βοσκός.
Αρχαία και σύγχρονη Κερύνεια
Ο ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ μας ομοτ. καθηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών Ανδρέας Ι. Βοσκός που έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με την ιστορία τόσο της αρχαίας όσο και της σύγχρονης Κερύνειας σε πρόσφατη ομιλία του με θέμα «Το διαχρονικό ταξίδι του Κηφέα και του Πράξανδρου: από τον αρχαίο μύθο στη νεότερη κυπριακή λογοτεχνία», αναφέρει σημαντικές πληροφορίες που συνδέουν τις δυο πόλεις.
Όπως υποστηρίζει, οι οικιστικοί μύθοι ανάγουν την ίδρυση των κύριων βασιλείων της Κύπρου στους αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο χρόνους, από ομηρικούς ήρωες. «Τους έχουν απαθανατίσει -πέρα από την ολοζώντανη ανά τους αιώνες προφορική κυπριακή παράδοσηαρχαίες πηγές πάμπολλες, από τον Πίνδαρο και τον Ευριπίδη ώς τον Ισοκράτη και τον Αριστοτελικό Πέπλο, τον Στράβωνα και τον Παυσανία, τον Πλούταρχο και -πιο αναλυτικά- τον Αλεξανδρινό Λυκόφρονα στην περίφημη Αλεξάνδρα του. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Βοσκό, ο Αγαπήνωρ που ηγείτο των Αρκάδων στην Τροία κατά τον Όμηρο, επιστρέφοντας στην πατρίδα του μετά την άλωση της πόλης, εξώκειλε στη δυτική ακτή της Κύπρου και γίνεται οικιστής της Νέας Πάφου και ιδρυτής του ιερού της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Ο Τεύκρος ο Τελαμώνιος, ο περίφημος ομηρικός τοξότης, μη μπορώντας μετά την επιστροφή στην πατρίδα να αντέξει τις κατηγόριες του πατέρα του πως σκόπιμα δεν εμπόδισε τον αδελφό του Αίαντα να αυτοκτονήσει, παίρνει τους πιο στενούς του εταίρους και κατευθύνεται ανατολικά, αποβιβάζεται στην έκτοτε καλούμενη Αχαιών Ακτή, στην κατεχόμενη σήμερα Καρπασία, κατηφορίζει στον εύφορο κόλπο της σημερινής Αμμοχώστου και θεμελιώνει το πιο ένδοξο βασίλειο της αρχαίας Κύπρου, τη Σαλαμίνα. Ο Αχαιός Κηφεύς και ο Λάκων Πράξανδρος (πολεμιστές κι αυτοί στην Τροία κατά τον Λυκόφρονα) ιδρύουν την Κερύνεια και τη Λάπηθο. Οι γιοι του Θησέα Ακάμας -που δίνει το όνομα σε όρος και ακρωτήριο της βορειοδυτικής Κύπρου- και Δημοφών ή/και ο Φάληρος ιδρύουν την Αίπεια/Σόλους, κι ο εγγονός του Ακάμαντα Χύτρος τους Χύτρους.
Για τα πιο πάνω προσμαρτυρούν μεταξύ άλλων -σύμφωνα με τον κ. Βοσκότα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα σε κάθε γωνιά της Κύπρου, στη Λάπηθο και στην Κερύνεια (με τις εντυπωσιακές σκηνές τοκετού και άλλα πολλά), στην Αγία Ειρήνη, παντού.
Επίσης τα πανάρχαια έργα της τέχνης του λόγου, όπως τα Κύπρια Επη και οι Ομηρικοί ύμνοι Εις Αφροδίτην. Επιπλέον τα πορίσματα της Γλωσσολογίας (για την αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, κυρίως) αλλά και διαχρονικά ιστορικά δεδομένα. Ακόμη, τα πάμπολλα πανάρχαια τοπωνύμια, που παρά τις επάλληλες περιόδους δουλείας επιβιώνουν ανά τις χιλιετίες μέχρι σήμερα στην Κύπρο, οδηγώντας στο αναμφισβήτητο συμπέρασμα για μαζική εγκατάσταση Αχαιών, που αφομοιώνουν βαθμιαία τους αυτόχθονες Ετεοκυπρίους και θεμελιώνουν τον βαθύριζο και πολύκλαδο περίλαμπρο ελληνικό πολιτισμό του νησιού.
Όνομα που υπέφερε
Όπως αναφέρει η εκ Κερύνειας λογοτέχνις Ρήνα Κατσελλή, το δημαρχείο Κερύνειας έχει διδυμοποιηθεί με την Κερύνεια της Πελοποννήσου, λόγω ακριβώς της πανάρχαιας ιστορίας που τη συνδέει μαζί της. Το όνομα της πόλης διαμέσου των αιώνων -όπως υποστηρίζει- υπέφερε από αλλαγές, ειδικά στο γραπτό λόγο. Η πρώτη γραπτή αναφορά της, μαζί με άλλες επτά πόλεις - βασίλεια της Κύπρου, είναι της εποχής του Φαραώ Ραμσί, 1100 - 1125 π.Χ., και βρίσκεται στην Αίγυπτο. Άλλοι την αναφέρουν Κυρηνεία και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος την αναφέρει Κεραυνία ή Κερωνία.







0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου