Είναι γνωστό ότι η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά κυνήγησε με όλα τα μέσα (λογοκρισία, κατασχέσεις και καταστροφές δίσκων, δίκες και καταδίκες) το ρεμπέτικο τραγούδι και τους συντελεστές του. Με το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου τον Οκτώβρη του 1940 όμως, το ρεμπέτικο τραγούδι συσστρατεύτηκε στον κοινό αγώνα για την ανύψωση του ηθικού των Ελλήνων στο μέτωπο και στα μετόπισθεν. Μερικά απ΄αυτά τα ρεμπέτικα τραγούδια που γράφτηκαν εκείνες τις μέρες και έχουν ένα σατιρικό ύφος συμπεριλαμβάνει αυτό το επετειακό ποστ. Ας τα ακούσουμε...Το “γειά σας φανταράκια μας” είναι μια διασκευή του τραγουδιού του Μάρκου Βαμβακάρη “καραντουζένι”. Οι στίχοι του αυθεντικού τραγουδιού που μιλάνε για τεκέδες, αργιλέδες και μπαγλαμάδες αντικαταστάθηκαν με επιτυχία από στίχους που εκθειάζουν την γενναιότητα που έδειξαν τα φανταράκια μας στο μέτωπο”. Το ακούμε από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο:
Γεια σας φανταράκια μας Γειά σας φανταράκια μας, πέρα στην Αλβανία,
που πολεμάτε με καρδιά, με μπέσα και μ’ ανδρεία.
Κι εσύ βρε Πυροβολικό, που σαν θεριό μουγκρίζεις,
το θάνατο στους Ιταλούς, καθημερνώς σκορπίζεις.
Τους έχεις κόψει τα φτερά, τους έκανες σμπαράλια,
τον Ντούτσε τον ξευτέλισες, τον έχεις κάνει χάλια.
Τζιάνο γι’ αυτό που έκανες, γοργά θα μετανοιώσεις,
σαν θα σε πιάσει ο Εύζωνας, όλα θα τα πληρώσεις.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιώργος Φωτίδας, έστησαν μια αντιμουσολινική παρωδία πάνω στο τραγούδι του Μάρκου “ο γρουσούζης”. Το ακούμε από τον συνθέτη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο:
Μουσολίνι άλλαξε γνώμη.Στον ρυθμό του δικού τους τραγουδιού “Μαρία Μανταλένα”, ο Μίνως Μάτσας και ο Σπύρος Περιστέρης, έστελναν το δικό τους μήνυμα στον Μουσουλίνι: “την Αλβανία ξέγραψε”. Το ακούμε πάλι από το δίδυμο Μάρκου Βαμβακάρη-Απόστολου Χατζηχρήστου:
Βρε γρουσούζη Μουσουλίνι,
πού’ν’ τα τόσα μεγαλεία,
που ‘ταζες κάθε λιγάκι,
στην καημένη Ιταλία;
Την ετάραξες στην πείνα
κι είναι πια ξελιγωμένη,
μονάχα η δική σου τσέπη,
είναι παραφουσκωμένη.
Τα καημένα τα παιδιά της,
δεν τολμούν να πουν κουβέντα,
τους εράψατε το στόμα,
συ, ο Τζιάνος και η Έλντα.
Μουσουλίνι άλλαξε γνώμη,
έλα πια στα συγκαλά σου,
γιατί έφτασε η ώρα,
να τινάξεις τα μυαλά σου.
Την Αλβανία ξέγραψεΠάνω στη μελωδία του απαγορευμένου από την μεταξική λογοκρισία τραγουδιού του Π. Τούντα “Βαρβάρα”, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ή Τσάντας) κέντησε με τους στίχους του την παρωδία “Άκου Ντούτσε μου τα νέα”. Το αποδίδει με εξαιρετικό κέφι ο Στελλάκης Περπινιάδης:
Σ’ ένα τσαντίρι αλβανικό
κάποιο βράδυ με φεγγάρι,
εσήμανε συναγερμό
την Ελλάδα για να πάρει.
Φρατέλοι με ψηλά φτερά
θέλησαν να μπλοκάρουν,
του ένδοξού μας του τσολιά
τη θέση του να πάρουν.
Βρε δεν περνάει η μπαμπεσιά
μα ούτε κι οι φοβέρες,
θε να σας κάνει ο Έλληνας
να ειδείτε μαύρες μέρες.
Την Αλβανία ξέγραψε
φίλε Μπενίτο τώρα,
και για τα Δωδεκάνησα
ήρθ’ η στερνή σου ώρα.
Άκου Ντούτσε μου τα νέαΟ Δημήτρης Γκόγκος (ή Μπαγιαντέρας), τραγουδάει “τους κενταύρους δεν φοβάμαι”. Κένταυρος, ήταν το όνομα της 131ης μεραρχίας αρμάτων του Ιταλικού στρατού, που ήταν ενισχυμένη σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων και είχε την υποστήριξη από βαρύ πυροβολικό και αεροπορικές δυνάμεις. Παρά την υπεροχή πυρός που είχαν οι Ιταλοί κένταυροι, γνώρισαν την ήττα από τους Έλληνες στις μάχες που έγιναν στο Καλπάκι, τις πρώτες μέρες της ιταλικής εισβολής στην Αλβανία. Στο Καλπάκι πρωτακούστηκε και η περίφημη πολεμική ιαχή “αέρα” των Ελλήνων φαντάρων.
Ο Μπενίτο κάθε βράδυ, στο Παλάτσο ξενυχτάει,
για να μάθ’ έχει μανία, κάτι από την Αλβανία.
Το τηλέφωνο στο χέρι, όλη νύχτα στο καρτέρι,
πες μου φίλε Καβαλλέρο, το τι γίνεται να ξέρω.
Άκου Ντούτσε μου τα νέα, φίνα, σοβαρά κι ωραία,
ένα μπρος και δέκα πίσω, πώς να σου τ’ ομολογήσω.
Τι χαμπέρια να σου στείλω, που μας ρήμαξαν στο ξύλο,
μας τσακώνουνε αράδα και μας στέλνουν στην Ελλάδα.
Κένταυροι και Βερσαλιέροι, όλος ο ντουνιάς το ξέρει,
πως κι οι τρομεροί μας “Λύκοι”, κάθε μέρα και μια νίκη.
Τους τσακώνουνε κοπάδια, οι τσολιάδες τα λιοντάρια,
και τους πάνε στην Αθήνα, κι έτσι τη περνούνε φίνα.
Ο Μπενίτο χρώμα αλλάζει και τον Γκάιντα του φωνάζει,
βάλε μπρος τη μηχανή σου και την όμορφη φωνή σου.
Πες πως έχουμε μια νίκη και το μέλλον μας ανήκει,
μπρος γκρεμνός και πίσω ρέμα, μέσα στ’άλλα κι άλλο ψέμα.
Τους Κενταύρους δεν φοβάμαιΟ Γιώργος Παπασιδέρης και ο Δημήτρης Σέμσης έγραψαν το τραγούδι “το κόλπο σου δεν έπιασε”,όπου περιγράφεται ο ενθουσιασμός για τις νίκες μας στην Αλβανία. Το τραγουδά ο Γιώργος Παπασιδέρης:
Για ντουφέκι δε με νοιάζει
ούτε βάζω πια μαράζι,
συντροφιά έχω τη λόγχη
τη γλυκιά μου ξιφολόγχη.
Αγκαλιά μ’ αυτήν κοιμάμαι
τους Κενταύρους δε φοβάμαι,
θαύματα μ’ εκείνη κάνω
στις βουνοκορφές απάνω.
Οι φρατέλοι σαν με ειδούνε
ψάχνουν δρόμο για να βρούνε,
μα τους στρώνω στο κυνήγι
και αυτοί όπου φύγει – φύγει
Το κόλπο σου δεν έπιασεΤο τραγούδι “το όνειρο του Μπενίτο” είναι η παρωδία που γράφτηκε από τον Μίνωα Μάτσα και τον Σπύρο Περιστέρη, πάνω στο τραγούδι τους “ο Αντώνης, ο βαρκάρης” και για το οποίο είχα γράψει σε προηγούμενο ποστ. Αξίζει όμως μια περίοπτη θέση και στο ποστ αυτό:
Το κόλπο σου δεν έπιασε Φρατέλο στην Ελλάδα,
σπαγγέτο ‘μεις δεν είμαστε, ούτε μακαρονάδα.
Δεν ήταν για τα δόντια σου η όμορφή μας χώρα,
γι’ αυτό και σαν ξεκίνησες σου κόψαμε τη φόρα.
Σ’ ένα παπούτσι ξέρε το σου βάλαμε τα πόδια,
και σε χτυπούμε όπως χτυπούν στις πλάκες τα χταπόδια.
Γι’ αυτό σαν θες παράτα τα μια και στην άμμο χτίζεις,
νερό σακκιάζεις άδικα κι αέρα κοπανίζεις.
Το όνειρο του ΜπενίτοΤελειώνοντας, να θυμίσω το επετειακό αφιέρωμα. Την έρευνα του Ν. Σαραντάκου: “Από την χωριατοπούλα Ρετζινέλα, στο κορόιδο Μουσολίνι κι ακόμα πιο πέρα…”, που φιλοξένησαν οι “Βόλτες” πέρυσι.
Ο Μπενίτο κάποια νύχτα ζαλισμένος είδε όνειρο ο καημένος,
πως βρισκόταν στην Αθήνα σε μια φίνα λιμουζίνα,
πως βρισκόταν στην Αθήνα σε μια φίνα λιμουζίνα.
Μα σα ξύπνησε και ρίχνει ένα βλέμμα, είπε κρίμα να ‘ναι ψέμα,
ένα τέτοιο μεγαλείο, βρε παιδιά, δεν είν’ αστείο,
ένα τέτοιο μεγαλείο, βρε παιδιά, δεν είν’ αστείο.
Φέρτε πένα διατάζει και μελάνι, τηλεσίγραφο μας κάνει,
μα του λέμε εν τω άμα, αν βαστάς κάνε το θαύμα,
μα του λέμε εν τω άμα, αν βαστάς κάνε το θαύμα.
Δεν περάσανε παρά ολίγες μέρες κι οι θαυματουργιές μας σφαίρες,
το τσαρούχι κι η αρβύλα κάναν στον Μπενίτο νίλα,
το τσαρούχι κι η αρβύλα κάναν στον Μπενίτο νίλα.
Βρε Μπενίτο μη θαρρείς για μακαρόνια τα Ελληνικά κανόνια,
τα ‘χουν χέρια δοξασμένα, παληκάρια ανδρειωμένα,
τα ‘χουν χέρια δοξασμένα, παληκάρια ανδρειωμένα.












0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου