Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Από τον “πειρατή του Έλβα” στους “αντάρτες του Συντάγματος”...

Πριν από λίγες μέρες ο γνωστός Χιλιανός συγγραφέας, ο Λουίς Σεπούλβεδα επισκέφτηκε την Ελλάδα στα πλαίσια του 3ου Φεστιβάλ Ιβηροαμερικανικού Βιβλίου. Εδώ παρουσιάζουμε μια από τις πολλές ιστορίες, αγώνα, αυταπάρνησης και αξιοπρέπειας από το βιβλίο του «Χρονικά του Περιθωρίου». Το κείμενο διηγείται την ιστορία ενός «πειρατή» που τα έβαλε με τους ισχυρούς άρχοντες της εποχής του, στο όνομα της δικαιοσύνης και της επιβίωσης. Διδάγματα ήθους από το «πειρατή του Έλβα» για τους σημερινούς δικούς μας αντάρτες του...


Συντάγματος που έχουν φτιάξει τη δική τους ιστορία… οι εποχές άλλωστε αρχίζουν να μη διαφέρουν και τέτοιες διηγήσεις «θάρρους και αξιοπρέπειας χαρίζουν τη ζωτικότητα που μας βοηθά ν’ αντέξουμε τις δυσκολίες και τα δεινά μας», όπως θα έλεγε και ο Σεπούλβεδα
Ο πειρατής του Έλβα
Ένας δρόμος του Αμβούργου φέρει το όνομα του δημάρχου Σίμον φον Ούτρεχτ, αλλά σχεδόν κανείς Αμβουργιανός δεν ξέρει ούτε ποιος είναι ο κύριος, ούτε τι έκανε για ν’ αξιωθεί τέτοια τιμή. Το μόνο που ξέρουν γι’ αυτόν, είναι ότι διέταξε την εκτέλεση ενός ανθρώπου που ζει στη μνήμη των ασεβών και σε καμιά εκατοστή τραγούδια και ιστορίες που ακούγονται στα παράλια της Βόρειας Θάλασσας ή στη θαλπωρή των cafes του Βέντελ ή του Μπλάνκενέσε.
Ο άνθρωπος αυτός (που όλοι τον θυμούνται) λεγόταν Κλάους Στέρτεμπέκερ και ήταν πειρατής – ο Πειρατής του Έλβα.
Το 1390, Η Χανσεατική Λίγκα επέβαλε δια πυρός και σιδήρου την εμπορική κυριαρχία της στον Βόρειο Ατλαντικό και την Βαλτικ. Έβαλε εξωφρενικούς φόρους και διατίμησε αυθαίρετα τα αγροτικά προϊόντα και τα χειροτεχνήματα, ενώ, στα χίλια τόσα πλοία της, οι καπετάνιοι της δε δίσταζαν να στείλουν κάποιον στην κρεμάλα για το παραμικρό παράπτωμα.
Ωστόσο, κι όπως συνέβη πάντα στην Ιστορία, κάποιοι ναυτικοί με επικεφαλής τον Κλάους Στέρτεμπέκερ, έναν κοκκινοτρίχη γίγαντα με περήφανο κούτελο, είπαν όχι στην αγχόνη και το βούρδουλα, ξεσηκώθηκαν κι έφυγαν μ’ ένα καράβι που πήρε ν’ αρμενίζει υπό τη σημαία της ελευθερίας.
Το 1392 στη νήσο Γκότλάντ οι άνδρες του Στέρτεμπέκερ υπαγόρευσαν τη διακήρυξη των αρχών τους σ’ έναν ιερωμένο ο οποίος στις μετέφρασε από τα λατινικά σε όλες τις γλώσσες που μιλιόνταν στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, οι άνθρωποι επιλέχθηκαν από το Θεό για να βιώσουν την ευτυχία, και μόνο η ευτυχία παρείχε στον άνθρωπο την αναγκαία ζωτικότητα για να αντέξει κάθε κακουχία. Από τότε άρχισαν να αποκαλούνται Die Vitalienbruder (Οι ζωτικοί αδελφοί) και να είναι ο φόβος και ο τρόμος της Λίγκας.
Σάλταραν σε καράβια με γεμάτα αμπάρια, ρωτούσαν τους ναυτικούς για τα τελευταία βασανιστήρια που είχαν υποστεί, και πολλοί καπετάνιοι και αξιωματικοί ένιωσαν στο πετσί τους τις βουρδουλιές του γάτου με τις επτά ουρές ή τον λιγοστό αέρα που επιτρέπει η θηλιά της αγχόνης. Η μίση Λεία μοιραζόταν ανάμεσα στα μέλη της αδελφότητας, και η άλλη μισή, στους παραποτάμιους ή παράκτιους πληθυσμούς του Έλβα και της Βαλτικής, που περίμεναν σαν ευλογία την άφιξη του Στέρτεμπέρκερ και των “Ζωτικών Αδελφών”.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η Λίγκα επικήρυξε το κεφάλι του πειρατή και δεκάδες Γερμανοί, Σουηδοί και Δανοί καπετάνιοι ξαμολήθηκαν στο κυνήγι του.
Σκούρα τα βρήκαν, γιατί ο Στέτερμπέκερ γνώριζε όλα τα μυστικά του Έλβα και τους ξέφυγε εύκολα – ως τα μέσα του 1400.
Τότε ένα ανοιξιάτικο πρωινό αυτής της χρονιάς, όλο το Αμβούργο σε ένα μέρος κοντά στο Τοιφελσμπρίκε (γεφύρι του διαβόλου), για να παραστεί στην εκτέλεση του πειρατή και καμιάς εκατοστής συντρόφων του.
Ο Σίμον φον Ούτρεχτ, ο δήμαρχος, διάβασε την απόφαση με σταθερή φωνή: “Θάνατος δι αποκεφαλισμού”. Ο δήμιος σήκωσε το σπαθί, περιμένοντας το πρώτο θύμα, που έπρεπε να είναι ένας μούτσος, αφού μέρος της ποινής που είχε επιβληθεί στον Στέρτεμπέκερ, ήταν να δει, να πεθαίνουν ένας ένας οι άνδρες του.
Ξαφνικά, ακούστηκε η φωνή του κοκκινοτρίχη πειρατή:
“Θέλω να ‘μαι πρώτος, κυρ-Δήμαρχε, αλλά θέλω να σου προτείνω και κάτι για να γίνει καλύτερο το θέαμα που έχεις οργανώσει”.
“Λέγε!” διέταξε ο Σίμον φον Ούτρεχτ.
“Θέλω να ‘μαι πρώτος. Θέλω να ‘μαι όρθιος σαν μου κόψει το κεφάλι, και θέλω, για κάθε βήμα που θα κάνω αφού το κεφάλι μου θα έχει πέσει χάμω, να χαρίσεις τη ζωή και σ’ ένα σύντροφό μου.”
“Ζήτω ο πειρατής του Έλβα!” φώναξε ένας από το πλήθος, κι ο δήμαρχος σίγουρος ότι είχε να κάνει με έναν ακόμα φανφαρονισμό, δέχτηκε.
Η κοφτερή ατσάλινη λεπίδα έσκισε τον αέρα, μπήκε από το σβέρκο και βγήκε από το πηγούνι του πειρατή. Το κεφάλι του έπεσε στα μαδέρια της γέφυρας και, μπροστά στα κατάπληκτα βλέμματα όλων, ο αποκεφαλισμένος έκανε δώδεκα βήματα πριν σωριαστεί χάμω.
Αυτό συνέβη ένα ανοιξιάτικο πρωινό του έτους 1400. Γύρω στα 600 χρόνια αργότερα, η αστυνομία του Αμβούργου συνέλαβε διάφορους νεαρούς που προσπαθούσαν για πολλοστή φορά να αλλάξουν το όνομα ενός δρόμου. Κρατούσαν μια μεγάλη γαλάζια πινακίδα με άσπρα γράμματα που έγραφαν: “Οδός Κλάους Στέτερμπέρκερ”, και σκέπαζαν με αυτή τη μεταλλική πινακίδα που έφερε το όνομα του ουδόλως διάσημου δημάρχου Σίμον φον Ούτρεχτ.
Τα παιδιά μου λατρεύουν αυτή την ιστορία, και ελπίζω να μπορέσω να την πω μια μέρα και στα εγγόνια μου, γιατί μπορεί η ζωή να είναι σύντομη και εύθραυστη, αλλά η αξιοπρέπεια και το θάρρος της χαρίζουν τη ζωτικότητα που μας βοηθά ν’ αντέξουμε τις δυσκολίες και τα δεινά μας.
Επιμέλεια: Δημήτρης Πούλιος (ilesxi)
Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit Fav This With Technorati Add To Del.icio.us Digg This Stumble This