Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Λάκης Σάντας (1922-2011): «Εμείς είμαστε δρακογενιά»...

Από το "XYZ Contagion"
Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, την οποία είχε δώσει στον Αλέξη Τσίπρα, το 2009, στο περιοδικό “ΕΨΙΛΟΝ” της εφημερίδας “Ελευθεροτυπία”, είχε πει ο Λάκης Σάντας:
«Εμείς είμαστε δρακογενιά. Κοιμηθήκαμε πάνω στο χιόνι κι ανάμεσα στα σκίνα, δεχτήκαμε ιατρικές επεμβάσεις χωρίς αναισθητικό, ζήσαμε στα ξερονήσια και τις φυλακές, μάθαμε εν ολίγοις ν’ αντέχουμε».
Ο Λάκης Σάντας στον ΕΛΑΣ, το 1943 ή 1944
Ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας έφυγε από τη ζωή ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση 70 χρόνων από το κατέβασμα της σημαίας με τη σβάστικα από την Ακρόπολη, μαζί με το Μανώλη Γλέζο,  και... 


  παραμονή της εργατικής Πρωτομαγιάς, κλικ εδώ.


1943, με τον ΕΛΑΣ. Η φρουρά του ασυρμάτου. Ο Λάκης Σάντας τρίτος από αριστερά στην επάνω σειρά.
Το βιβλίο του Λάκη Σάντα, με τίτλο “Μια νύχτα στην Ακρόπολη, Μνήμες από μια σπουδαία εποχή”, κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις “Βιβλιόραμα”, κλικ εδώ.

Το εξώφυλλο του βιβλίου.
Η ιστορική εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού το 1982, με καλεσμένους τους δύο ήρωες:
http://www.ert-archives.gr/V3/public/pop-view.aspx?tid=73796&tsz=0&act=mMainView
Το ντοκιμαντέρ “Τη νύχτα που κατέβηκε η σβάστικα” της Σοφίας Σφυροέρα:
http://www.ert-archives.gr/V3/public/pop-view.aspx?tid=53053&tsz=0&act=mMainView
Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit Fav This With Technorati Add To Del.icio.us Digg This Stumble This

1 σχόλια:

Δεθελοντής Φωταδιστής είπε...

Όλα ήταν όμορφα στην κοινωνία του μικρού ρυακιού.
Το νερό άφθονο, καθαρό, και τα σαλιγκαράκια που ζούσαν εκεί, κολλημένα στα βράχια, ήταν όλα ευτυχισμένα.

Από κανένα κάτοικο του βυθού δεν περνούσε η ιδέα ότι μπορεί να ξεκολλήσει από τον βράχο του. Να πάει σε άλλο βράχο. Σε άλλο τόπο.
Το μόνο που χρειάζονταν ήταν να αφήσουν την προσκόλληση και την αίσθηση της σιγουριάς και να αποδεχτούν μια νέα άποψη.

Ήταν σφηνωμένο στο μυαλό τους , ότι αν αφήσουν τον βράχο τους θα έρχονταν το τέλος της ζωής τους.

Στην μικρή κοινωνία υπήρχαν μαρτυρίες για κάποιους παλιούς κάτοικους που είχαν αποτολμήσει να ξεκολλήσουν από τον βράχο τους.
Δύο φορές τον χρόνο γιόρταζαν την μνήμη τους.
Είχαν τα ονόματά τους γραμμένα με χρυσά γράμματα σε μεγάλα βιβλία:
Ιάσονας, Λεωνίδας, Αλέξανδρος, Περικλής, Σωκράτης, Πλάτωνας, Επίκουρος.
Μετά από πολλές λευκές σελίδες χωρίς περιεχόμενο, υπήρχαν και άλλα χρυσά ονόματα: Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Υψηλάντης και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι τώρα. (Ίσως με βοηθήσει το μυαλό και τα θυμηθώ αργότερα).

Μετά από εφτά ολόκληρες λευκές σελίδες υπήρχαν και άλλα ονόματα.
Στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων τα γράμματα ήταν μπερδεμένα, ασαφή, λες και κάποιος θέλησε να σβήσει τα ονόματα των τελευταίων κατοίκων που ξεκόλλησαν από τον βράχο τους. Σαν κάποιος να θέλησε να σπάσει την αλυσίδα των χρυσών ονομάτων. Οι νεώτεροι κάτοικοι ήξεραν ελάχιστα πράγματα για την παλιά ιστορία τους, και ήταν πολύ μπερδεμένοι σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα.

Οι γεροντότεροι που ήξεραν, δεν μιλούσαν για τα πρόσφατα περασμένα.
Οι περισσότεροι ήταν τόσο κολλημένοι στην ιδέα της καθημερινής προσκόλλησης, που δεν είχαν χρόνο να ενημερώσουν τους υπόλοιπους.
Ένας ένας έφευγε από την ζωή και άφηνε ένα μικρό κενό στην ιστορία της μικρής κοινωνίας.
Η ιστορία ξεχάστηκε και ξαναγράφτηκε από τις θύμησες του κάθε κάτοικου.
Ότι θυμόταν ο κάθε ένας. Όπως το θυμόταν ο κάθε ένας.
Υπήρχαν και κακόβουλοι κάτοικοι, που για να μην ξεκολλήσουν από τον βράχο τους, και χάσουν την βόλεψη τους, με δόλο άλλαξαν την ιστορία, για να κρύψουν τις πομπές τους, την στενοκεφαλιά τους, εξυπηρετώντας την πανίσχυρα ριζωμένη άποψη ότι αν αφήσεις τον βράχο σου, κάηκες.

Τα νέα σαλιγκαρόπουλα δυστυχώς δεν μπορούσαν να έχουν άποψη. Δεν τους έλεγαν τίποτα για την χρυσή ιστορία τους. Σαν κάποιος να τα ήθελε μόνο, γερά κολλημένα στον βράχο τους. Ακίνητα και γερά προσκολλημένα όμως, άρχισαν να γλιτσιάζουν.
Τα μικρά πράσινα φυτά του ρυακιού, τα σκέπασαν.

Στα βιβλία σταμάτησαν να γράφονται χρυσά ονόματα !
Η κοινωνία των σαλιγκαριών είχε αρχίσει να παρακμάζει πριν δεκαεννιά ολόκληρες σελίδες !

Το νερό άφθονο, καθαρό, και τα σαλιγκαράκια που ζούσαν εκεί, κολλημένα στα βράχια, ήταν όλα δυστυχισμένα.

Χωρίς να ξέρουν το γιατί, χωρίς να νοιώθουν την απώλεια, ήταν όλα δυστυχισμένα.

( Τώρα θυμήθηκα τα δύο τελευταία χρυσά ονόματα των σαλιγκαρόπουλων που ξεκόλλησαν από τον βράχο τους: Μανώλης Γκλέζος, Λάκης Σάντας)

** Στην μνήμη του σεμνού γίγαντα Απόστολου Σάντα **
** Μανώλη Γλέζο σε ευχαριστούμε που υπάρχεις ανάμεσα μας **